Σάββατο, 11 Ιουλίου 2015

Τι σημαίνει το «ΟΧΙ» του Ελληνικού Λαού

Τι σημαίνει το «ΟΧΙ» του Ελληνικού Λαού

του Γιώργου Κασιμάτη*
Τη λέξη «λάθος» βάζω σε εισαγωγικά, γιατί αναφέρομαι στο πολιτικό λάθος, το οποίο είτε είναι ηθελημένο –όπως πιστεύω ότι είναι στην περίπτωσή μας- είτε δεν είναι, οπότε και πάλι χρεώνεται ως ηθελημένο στην πολιτική ηγεσία –κυρίως όταν είναι κορυφαίας σημασίας, όπως το προκείμενο.
Το «Όχι» πριν από το Δημοψήφισμα χαρακτηριζόταν από μεν την πολιτική ηγεσία υποστήριξης του «Ναι» ως άρνηση της Ευρώπης, από δε την πολιτική ηγεσία του «Όχι» ως άρνηση της εκβιαστικής συμπεριφοράς της Ευρώπης. Το «Ναι» από την άλλη μεριά κατά μεν τους υποστηρικτές του εξέφραζε τη χωρίς όρους παραμονή στην Ευρωζώνη -αφού κάνεις δεν έθετε την προϋπόθεση της μη παραβίασης των δικαιωμάτων του ανθρώπου και της διασφάλισης της εθνικής μας κυριαρχίας- κατά δε τους υποστηρικτές του «Όχι» εξέφραζε «Όχι» μόνο την άρνηση της εκβιαστικής συμπεριφοράς των δανειστών, αλλά και «Ναι» στην Ευρωζώνη, χωρίς να θέτει άλλον όρο. Εδώ ήταν φανερό ότι η κομματική πολιτική των δύο αντίθετων στρατοπέδων ήταν στον πυρήνα της, ως προς το χρέος και το καθεστώς χρέους της Ελλάδας, ταυτόσημη.  Οι διαφορές τους περιορίζονταν απλώς σε επιφανειακότερα ζητήματα συμπεριφοράς και σε κάποιους όρους εφαρμογής του επιβαλλόμενου από τους δανειστές οικονομικού προγράμματος.
Όσον αφορά στον αγώνα για το αποτέλεσμα του Δημοψηφίσματος: από την πλευρά του «Ναι» εξαπελύθη μια πρωτοφανής τρομοκρατία κατά της κυβέρνησης και της πολιτικής του «Όχι», κυρίως με τα συναισθηματικά ισχυρά όπλα «δραχμή» και «χρεοκοπία» χωρίς καμιά επεξήγηση από πουθενά,  καταλύοντας έτσι κάθε έννοια δημοκρατίας και ελευθερίας της γνώμης. Παράλληλα, από την πλευρά του «Όχι» παρατηρήθηκε μια δυσεξήγητη αφ’ υψηλού ανοχή, ως εάν δεν ενδιαφερόταν και πολύ για το τί θα ψήφιζε ο ελληνικός λαός. Αυτό δημιούργησε μια πλήρη σύγχυση ως προς το τί θα έπρεπε να ψηφήσουν οι πολίτες. Στη σύγχυση αυτή συνέβαλε εξαρχής η ίδια προκήρυξη του δημοψηφίσματος και το «λάθος» ερώτημα, κατά των οποίων άσκησα την πρώτη μέρα αντίστοιχη κριτική. Όσον αφορά την έννοια «Ευρώπη», στον πολιτικό και στον επικοινωνιακό λόγο και των δύο πλευρών χρησιμοποιούνταν σαφώς και συστηματικά οι έννοιες Ευρώπη, Ευρωπαϊκή Ένωση, Ευρωζώνη και Ευρώ με την ίδια σημασία, πάντοτε  χωρίς την αυτονόητη  προϋπόθεση του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, των αρχών δημοκρατικής νομιμότητα και της εθνικής κυριαρχίας. Αυτό επέτεινε ακόμη τη σύγχυση. Ήλθε, όμως, ο ελληνικός λαός των ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων του ηθικού και νόμιμου μόχθου με το καθαρό μυαλό του, κατάλαβε όλα αυτά και ανέτρεψε όλων τις προβλέψεις –και τις δικές μου- με το ξεκάθαρο και βροντερό «Όχι» του. Κυρίως δε ανέτρεψε τη σύγχυση εγκεφάλου πολλών επώνυμων και μη διανοουμένων επώνυμου διανοουμενισμού και την ιδιοτελή θέληση των οικονομικά ανεξάρτητων και ανεξέλεγκτων προσώπων της άνετης οικονομικής ζωής.
Μετά το Δημοψήφισμα η επιφανειακή διαφορά των παρατάξεων του «Ναι» και του «Όχι» φαίνεται να εκλείπει -μετά, μάλιστα, και από την ομόφωνη απόφαση στήριξης της συνέχισης των διαπραγματεύσεων και παρά τη συντριπτική πλειοψηφία του «Όχι», την οποία πήραν οι πολιτικοί αρχηγοί που συμμετείχαν στο συμβούλιο υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Αυτό το φαινόμενο της αγαστής σύμπνοιας των πολιτικών αρχηγών μετά το Δημοψήφισμα είναι, εκ πρώτης όψεως,  πολύ περίεργο, γιατί, μετά από μια συντριπτική υπεροχή της μιας παράταξης, περίμενε κάνεις λογικά –όταν, μάλιστα, εκδηλώθηκε πριν από μόλις λίγες μέρες ακόμη και με αθέμιτα μέσα τόσο φανατική εχθρότητα από τα κέντρα υποστήριξης του «ναι»- ότι θα ακολουθούσε πολύ βαθιά πόλωση. Ωστόσο, συνέβη το αντίθετο, το οποίο μόνο σε μια ισοπαλία θα εδικαιολογείτο. Θα ήταν, πάντως, λάθος  να σπεύσομε να αποδώσομε αυτό το παράξενο φαινόμενο σε «επικράτηση της σωφροσύνης» και της «καλής θέλησης για το συμφέρον του λαού και του έθνους».  Η πολιτική αυτή –η οποία είναι, στην πραγματικότητα, μετά-δημοψηφισματική σύμπλευση και ταύτιση του «Ναι» και του «Όχι» του Δημοψηφίσματος- χρειάζεται μια βαθύτερη προσέγγιση και ανάλυση, το συμπέρασμα της  οποίας μου δημιουργεί προκαταρκτικά σοβαρές ανησυχίες. Ωστόσο, εάν η σύμπλευση και σύμπνοια αυτή θα αποδειχθεί από το αποτέλεσμα –όπως κάθε πολιτική-  υπέρ του κοινωνικού συμφέροντος, υπέρ της Ελλάδας, πρέπει να είναι, αναμφίβολα, σεβαστή. Θα πρέπει, όμως, να προσέξομε, μήπως θα φαίνεται βραχυπρόθεσμα ωφέλιμη, ενώ μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα θα είναι καταστροφική. Όμως,  όλα αυτά αποτελούν ακόμη υπόθεση και θα περιμένομε να δούμε, τι θα επιβεβαιωθεί στο άμεσο μέλλον. Θα πρέπει, πάντως, να επισημάνομε ένα δίδαγμα της ιστορίας όλων των εποχών: ότι δεν πρέπει, κατά κανόνα, να ενθουσιάζει η επιφανειακή σύμπνοια και συναίνεση για μεγάλα και κρίσιμα για την κοινωνία και τον άνθρωπο ζητήματα, όπως το χρέος της Ελλάδας. Η συναίνεση καταλύει τη διαλεκτική της ζωής και της ιστορίας, ενώ σπάνια τη βοηθάει. Η ομοψυχία είναι σωτήρια μόνο αν είναι σκληρή και ανυποχώρητη άμυνα κατά επίθεσης εχθρού. Εδώ θα δούμε.
Για σήμερα είναι χρήσιμο να προσεγγίσομε και να αναζητήσομε το πραγματικό νόημα του «Όχι», που εξέφρασε με μεγάλη πλειοψηφία ο ελληνικός λαός, ανεξάρτητα από τις θέσεις των πολιτικών κομμάτων και των δανειστών μας, που έχουν συμφέρον σε προκαθορισμένες ερμηνείες.
Για να κατανοηθεί, κατά τη γνώμη μου, σωστά το «Όχι» θα πρέπει να συνδυαστεί με το εκλογικό αποτέλεσμα των τελευταίων εκλογών που άλλαξε την κυβερνητική πολιτική  και με την αμέσως μετά τις εκλογές στήριξη των σκληρών διαπραγματεύσεων, που δημοσκοπικά έφτασε το 80%. Το «Όχι» του Δημοψηφίσματος είναι συνέχεια της ίδιας θέλησης του λαού. Η θέληση αυτή του λαού εκφράζει ένα και μόνο: την αντίθεσή του με την πολιτική του απάνθρωπου καθεστώτος δανεισμού της τετραετίας 2010-2014.  Είναι θέληση άρνησης της πολιτικής των «μνημονίων». Είναι προϊόν της τετραετούς  εμπειρίας του ελληνικού λαού, της εμπειρίας της υποδούλωσης, του τρόμου, της ψυχολογικής βίας, της κάτω από τα όρια της φτώχιας διαβίωσης, της  τεράστιας ανεργίας, της απώλειας της προοπτικής ζωής και της φυγής χιλιάδων νέων, της απώλειας του ιδρώτα και των οραμάτων των επαγγελματιών και των επιχειρηματιών του μεσαίου χώρου, της απόγνωσης μέχρι τις αυτοκτονίες τόσων χιλιάδων Ελλήνων. Αυτής της τραγικής εμπειρίας έκφραση ήταν η ψήφος του ελληνικού λαού στις τελευταίες εκλογές και στο δημοψήφισμα, καθώς και η διαρκής στήριξη του αγώνα των διαπραγματεύσεων σε όλο το διάστημα που πέρασε. Η απογοήτευση αυτής της γενναίας αντίστασης θα είναι καταστροφική τραγωδία.
Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι είναι λάθος, από δόλιο έως αφελές, να ερμηνευθεί το «Όχι» του δημοψηφίσματος ότι εκφράζει κάποια άλλη θέληση έκτος από την απόρριψη του καθεστώτος δανεισμού  από το ΔΝΤ και την Ευρωζώνη, που εξευτελίζει την Ελλάδα και της Ευρώπη,  ποδοπατεί την αξία του ανθρώπου και παραβιάζει κατάφωρα τα δικαιώματα του ανθρώπου και την εθνική κυριαρχία της Ελλάδας. Συγκεκριμένα:
(α) Θα είναι «λάθος» να εκληφθεί από το Σύριζα ότι ήταν μια κομματική νίκη απέναντι στα άλλα κόμματα, που υποστήριζαν το «Ναι», αφού όλοι ξέρομε ότι ήταν ένα μικρό κόμμα της αριστεράς και ψηφίστηκε από ψηφοφόρους όλων των κομμάτων και ιδεολογικοπολιτικών παρατάξεων.
(β)  Θα είναι λάθος το «Όχι» να εκληφθεί από την Κυβέρνηση ως εντολή απλής αλλαγής διακυβέρνησης της χώρας, όπως γίνεται συνήθως στις κανονικές συνθήκες. Ακόμη δε μεγαλύτερο θα είναι το λάθος να εκληφθεί ως μια εντολή σύναψης οποιασδήποτε συμφωνίας με του δανειστές με παραμονή στο απάνθρωπο και παράνομο καθεστώς δανεισμού που έχομε.
(γ) Θα είναι λάθος το «Όχι» να εκληφθεί ως εντολή παραμονής στην Ευρωζώνη με οποιουσδήποτε όρους –κάτι που υποστηρίζει  η πολιτική των «μνημονίων», η πολιτική του «Ναι». Δεν είναι εντολή: παραμονή στην Ευρωζώνη «άνευ όρων και αμετακλήτως» -για να χρησιμοποιήσω τον όρο με τον οποίο αξίωσαν οι δανειστές από την Ελλάδα και υπέγραψαν οι κυβερνήσεις της να παραιτηθεί από τις ασυλίες του διεθνούς δικαίου και από τα δικαιώματα της εθνικής κυριαρχίας με τη «Σύμβαση Δανειακής Διευκόλυνσης» του 2010.
Σύμφωνα με όσα αναφέραμε πιο πάνω, η κυβέρνηση έχει την πολιτική υποχρέωση να εφαρμόσει το «Όχι» με την έννοια της θέλησης του ελληνικού λαού που εκθέσαμε πιο πάνω. Για να το επιτύχει αυτό, έχει υποχρέωση να προβάλει όλα τα όπλα που έχει στα χέρια της και των οποίων οι δανειστές  έχουν απαγορεύσει ακόμη και την αναφορά τους. Μόνο με την προβολή όλων των όπλων που έχει από τη διεθνή κοινότητα και από το Σύνταγμα και με την απάντηση συνείδησης που θα δώσει σε περίπτωση που τα αψηφήσει η Ευρώπη και ολόκληρη η διεθνής κοινότητα θα δείξει στον ελληνικό λαό το σεβασμό προς την πραγματική του θέληση. Η απόκρυψη των όπλων όλοι γνωρίζομε, τί σημαίνει σε μια έσχατη άμυνα. Οφείλει, όμως, και να ενημερώσει τον ελληνικό λαό σε σχέση με τα παραπλανητικά ψεύδη με τα οποία του έκαναν πλύση εγκεφάλου και να εξηγήσει, τί σημαίνει «Ευρώπη», Ευρωζώνη και ΕΕ, και τι σημαίνουν «δραχμή» μέσα στην ΕΕ και τί έξω, καθώς και «χρεοκοπία» σήμερα. 
Με αυτές τις σκέψεις δεν αμφισβητώ τη στάση του Πρωθυπουργού. Αντίθετα, πιστεύω -και θέλω να πιστεύω- ότι ο Αλέξης Τσίπρας και η κυβέρνησή του θα καταλήξουν σε μια νέα συμφωνία που θα ανταποκρίνεται στην  πραγματική θέληση του ελληνικού λαού και θα είναι, ταυτόχρονα, οδηγός για τους λαούς της Ευρώπης προς την ιστορικά σωστή κατεύθυνση.
Κύθηρα, 9.7.2015
*Ο Γιώργος Κασιμάτης είναι ομ. Καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου